push through
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | push through |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | pushes through |
| αόριστος | pushed through |
| παθητική μετοχή | pushed through |
| ενεργητική μετοχή | pushing through |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]push through (en)
- προωθώ, προσπαθώ να κάνω επίσημα αποδεκτό έναν νέο νόμο ή σχέδιο
I will try to push your application through to get the loan.
- Θα προσπαθήσω να προωθήσω την αίτησή σου για να πάρεις το δάνειο.
The education bill is being pushed through for a vote in parliament.
- Το εκπαιδευτικό νομοσχέδιο προωθείται για ψήφιση στη βουλή.