Μετάβαση στο περιεχόμενο

push through

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας push through
γ΄ ενικό ενεστώτα pushes through
αόριστος pushed through
παθητική μετοχή pushed through
ενεργητική μετοχή pushing through

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
push through <  δείτε τις λέξεις push και through

push through (en)

  • προωθώ, προσπαθώ να κάνω επίσημα αποδεκτό έναν νέο νόμο ή σχέδιο
    παράδειγμα  I will try to push your application through to get the loan.
    Θα προσπαθήσω να προωθήσω την αίτησή σου για να πάρεις το δάνειο.
    παράδειγμα  The education bill is being pushed through for a vote in parliament.
    Το εκπαιδευτικό νομοσχέδιο προωθείται για ψήφιση στη βουλή.