put down

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας put down
γ΄ ενικό ενεστώτα puts down
αόριστος put down
παθητική μετοχή put down
ενεργητική μετοχή putting down

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις put και down

Ρήμα[επεξεργασία]

put down (en)

  1. παρατώ κάτι, εγκαταλείπω κάτι
  2. σταματώ κάτι
  3. καταπνίγω κάτι
  4. κωλυσιεργώ

Δείτε επίσης[επεξεργασία]