put off

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας put off
γ΄ ενικό ενεστώτα puts off
αόριστος put off
παθητική μετοχή put off
ενεργητική μετοχή putting off

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: put και off

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

put off (en)

  1. αναβάλλω κάτι για αργότερα
  2. ξενερώνω κάποιον, κάνω κάποιον να μη θέλει / να μην το άρεσει κάτι
  3. σταματώ λειτουργία, κλείνω μηχάνημα

Συνώνυμα[επεξεργασία]