Μετάβαση στο περιεχόμενο

pyrite

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pyrite pyrites

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pyrite (fr) θηλυκό