quadrilatère
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| quadrilatère | quadrilatères |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]quadrilatère (fr) αρσενικό
- (γεωμετρία) το τετράπλευρο
| ενικός | πληθυντικός |
| quadrilatère | quadrilatères |
quadrilatère (fr) αρσενικό