quaint

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

quaint (en)

  1. που έχει μια παλιομοδίτικη γοητεία, γραφικός
  2. παράξενος, αλλόκοτος κατά τρόπο ευχάριστο ή διασκεδαστικό
  3. περίεργος, παράλογος (ειρωνικά)