quand même

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɑ̃⋅mɛm/

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

quand même (fr)

  1. όμως, παρ' όλ' αυτά, παρά
    Malgré sa blessure, l'athlète a quand même réussi à finir premier.
    Παρά τον τραυματισμό του, ο αθλητής έφτασε πρώτος.
  2. (οικείο, ευχαριστώντας κάποιον έστω κι αν η προσπάθειά του δεν βοήθησε πολύ) πάντως, παρ' όλ' αυτά
    - Désolé, je n'ai rien trouvé. - Tant pis, merci quand même !
    - Συγνώμη, δεν βρήκα τίποτα. - Δεν πειράζει, πάντως σ' ευχαριστώ!
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: tout de même
  3. (εκφράζοντας ανυπομονησία) επιτέλους
    Ah, quand même ! - Α, επιτέλους!