Μετάβαση στο περιεχόμενο

quantify

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας quantify
γ΄ ενικό ενεστώτα quantifies
αόριστος quantified
παθητική μετοχή quantified
ενεργητική μετοχή quantifying

quantify (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]