quibble

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkwɪb.əl/
ήχος (AU) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
quibble quibbles

quibble (en)

  • η μικροδιαφωνία

Ρήμα[επεξεργασία]

quibble (en)

  • τσακώνομαι γι' ασήμαντο ζήτημα