Μετάβαση στο περιεχόμενο

récapitulation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
récapitulation < λατινική recapitulatio

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʁe.ka.pi.ty.la.sjɔ̃/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
récapitulation récapitulations

récapitulation (fr) θηλυκό

  1. η πράξη της ανακεφαλαίωσης
  2. το κείμενο που ανακεφαλαιώνει
     συνώνυμα: abrégé, sommaire

Συγγενικά

[επεξεργασία]