réduc
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- réduc < réduction
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| réduc | réducs |
réduc (fr) θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| réduc | réducs |
réduc (fr) θηλυκό