Μετάβαση στο περιεχόμενο

réseauter

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
réseauter < réseau

réseauter (fr)

  1. δικτυώνω, συνδέω οργανισμούς μέσω ενός δικτύου
  2. αναπτύσσω τις σχέσεις μου, ιδίως επαγγελματικές, μέσω ενός δικτύου (κυρίως του ίντερνετ)

Παράγωγα

[επεξεργασία]