Μετάβαση στο περιεχόμενο

réservoir

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
réservoir réservoirs

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

réservoir (fr) αρσενικό