Μετάβαση στο περιεχόμενο

résine

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
résine résines

résine (fr) θηλυκό

  1. το ρετσίνι
  2. η ρητίνη