résolu

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

résolu < résoudre

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʁe.zɔ.ly/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό résolu résolus
θηλυκό résolue résolues

résolu (fr) αρσενικό

  1. αποφασιστικός, γεμάτος αποφασιστικότητα
    il est résolu - είναι αποφασιστικός
    συνώνυμα: décidé, déterminé, ferme, hardi, opiniâtre
  2. αποφασισμένος, το έχω πάρει απόφαση
    il est résolu à passer le concours
    είναι αποφασισμένος να παρουσιαστεί στον διαγωνισμό
    συνώνυμα: décidé, prêt

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]