résoudre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

résoudre 

Ρήμα[επεξεργασία]

résoudre (fr)

  1. (μεταβατικό) λύνω, επιλύω
  2. (pronominal) αποφασίζω
     συνώνυμα: se décider, se déterminer

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • se résoudre à: παίρνω την απόφαση να κάνω κάτι, μη μπορώντας να κάνω διαφορετικά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]