rétablissement

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
rétablissement rétablissements

rétablissement (fr) αρσενικό

  1. (ιατρική) ανάρρωση
  2. αποκατάσταση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]