révélateur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

révélateur (fr) αρσενικό révélatrice θηλυκό (πληθυντικός révélateurs, révélatrices)