ród

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ród 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ród (pl) αρσενικό

  1. φυλή, γένος, σόι, οικογένεια

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • αναφέρεται συνήθως σε μεγάλη οικογένεια

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]