róg

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

róg (pl) αρσενικό

  1. το κέρατο
  2. (μουσικά όργανα) το κόρνο
    ταυτόσημα: waltornia
  3. (οικείο) το κόρνερ