rôdeur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

rôdeur < rôder

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʁo.dœʁ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό rôdeur rôdeurs
θηλυκό rôdeuse rôdeuses

rôdeur (fr)

  1. κάποιος που τριγυρνά ερευνητικά
  2. ύποπτο πρόσωπο που τριγυρνά με κακές προθέσεις

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]