Μετάβαση στο περιεχόμενο

rachat

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rachat rachats

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rachat (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη racheter