rachunek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

rachunek (pl) < γερμανική Rechnung (de)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /raˈxũnɛk/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

rachunek (pl) αρσενικό

  1. ο λογαριασμός ως:
    • αριθμός και μερίδα σε τράπεζα
      nie mam rachunku w tym banku - δεν έχω λογαριασμό σε αυτήν την τράπεζα
      Συνώνυμα
      konto
    • εκτέλεση αριθμητικών πραξεων
    • ποσό που καταγράφεται σε χαρτί για πληρωμή σε κατάστημα
      Συνώνυμα
      kwit, paragon, faktura
  2. ο υπολογισμός ως εκτέλεση αριθμητικών πράξεων
    Συνώνυμα
    obliczenie, kalkulacja
  3. (μαθηματικά) ο λογισμός
  4. (λαϊκό), (μόνο στον πληθυντικό) η αριθμητική, οι πράξεις στη αρχική σχολική εκπαίδευση
    Συνώνυμα
    arytmetyka

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]