Μετάβαση στο περιεχόμενο

radically

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός radically
συγκριτικός more radically
υπερθετικός most radically

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
radically < radical + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

radically (en)

  • ριζικά
    παράδειγμα  The addition or removal of a word can radically change the meaning of what’s being said.
    Η πρόσθεση ή η αφαίρεση μιας λέξης μπορεί να αλλάξει ριζικά το νόημα των λεγομένων.