rafale

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʁa.fal/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
rafale rafales

rafale (fr) θηλυκό

  1. απότομη αλλά σύντομη αύξηση της ισχύος του ανέμου, κύμα, ριπή
    des rafales de vent ont déraciné les arbres
    κύματα ανέμου ξερίζωσαν τα δέντρα
    rafales de pluie - ριπές βροχής
    συνώνυμα: bourrasque, risée
  2. ριπή (πολυβόλου, ...)
    tir en rafales - ριπές πολυβολισμών
    rafale de mitrailleuse - ριπή πολυβόλου
  3. σύντομη και θορυβώδης διαδοχή, κύμα
    des pubs en rafale - διαφημίσεις κατά κύματα