Μετάβαση στο περιεχόμενο

raifort

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
raifort < λατινική radix

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
raifort raiforts

raifort (fr) αρσενικό

  1. το φυτό κοχλιαρίς
  2. το χρένο, καρύκευμα που παράγεται από αυτό το φυτό