rainforest
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- rainforest < rain + forest (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Regenwald)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rainforest | rainforests |
rainforest (en)
- (οικολογία) το βροχοδάσος, το τροπικό δάσος
The biological diversity of the rainforests is important for the global environment.
- Η βιολογική ποικιλότητα των τροπικών δασών είναι σημαντική για το παγκόσμιο περιβάλλον.