Μετάβαση στο περιεχόμενο

ralentissement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ralentissement ralentissements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ralentissement (fr) αρσενικό

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]