rassis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό rassis rassis
θηλυκό rassise rassises

rassis (fr)

  1. μπαγιάτικος
  2. ήρεμος, ατάραχος

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Το θηλυκό, rassise, δεν συνηθίζεται. Προτιμάται η μορφή « rassie ».

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]