raté

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : rate

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό raté ratés
θηλυκό ratée ratées

raté (fr) αρσενικό

  1. κάτι το αποτυχημένο
  2. ασυνεχής θόρυβος ενός κινητήρα, που υποδηλώνει την κακή λειτουργία του
  3. (για ανθρώπους) αποτυχημένος