Μετάβαση στο περιεχόμενο

rationalisation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rationalisation rationalisations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rationalisation (fr) θηλυκό