re-election
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| re-election | re-elections |
re-election (en)
- άλλη μορφή του reelection
There is no possibility of re-election for this MP.
- Δεν υπάρχει πιθανότητα επανεκλογής αυτού του βουλευτή.