rearguard
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία en
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]rearguard (en) και rear guard
- οπισθοφυλακή σε στρατιωτικές ή παρεμφερείς επιχειρήσεις
- η άμυνα (κυρίως σε ομαδικά αθλήματα) ή και γενικα μεταφορικά