Μετάβαση στο περιεχόμενο

reave

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: reeve

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας reave
γ΄ ενικό ενεστώτα reaves
αόριστος reaved, reft
παθητική μετοχή reaved, reft
ενεργητική μετοχή reaving

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /riːv/
ομόηχο: reeve (αξιωματούχος)

reave (en)