Μετάβαση στο περιεχόμενο

rebel

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rebel rebels

rebel (en)

  1. ο επαναστάτηςεπαναστάτρια, ο αντάρτηςαντάρτισσα, πρόσωπο που μάχεται ενάντια στην κυβέρνηση της χώρας του
    παράδειγμα  The rebels control seven of the country’s ten provinces.
    Οι επαναστάτες ελέγχουν τις εφτά από τις δέκα επαρχίες της χώρας.
    παράδειγμα  a rebel government - κυβέρνηση ανταρτών
  2. ο επαναστάτηςεπαναστάτρια, ο αντάρτηςαντάρτισσα, που είναι απείθαρχος και δεν θέλει να υπακούει σε κανόνες ή να ακολουθεί γενικά αποδεκτή συμπεριφορά, ντύσιμο κτλ.
    παράδειγμα  The naughty boy doesn’t listen to anyone, he’s a complete rebel.
    Δεν ακούει κανέναν το παλιόπαιδο, σκέτος επαναστάτης.
    παράδειγμα  The young man is a true rebel.
    Ο νεαρός είναι σωστός αντάρτης.
ενεστώτας rebel
γ΄ ενικό ενεστώτα rebels
αόριστος rebelled
παθητική μετοχή rebelled
ενεργητική μετοχή rebelling

rebel (en) (αμετάβατο)

  • επαναστατώ, εξεγείρομαι
    παράδειγμα  We rebelled against the tyrants.
    Επαναστατήσαμε κατά των τυράννων.
    παράδειγμα  In 1821 the Greeks rebelled and gained their independence.
    Το 1821 οι Έλληνες επαναστάτησαν και απέκτησαν την ανεξαρτησία τους.
    παράδειγμα  The rebelling people overthrew the tyrant.
    Ο επαναστατημένος λαός ανέτρεψε τον τύραννο.
    παράδειγμα  The students rebelled against the dictatorship.
    Οι φοιτητές εξεγέρθηκαν κατά της δικτατορίας.
     συνώνυμα:  revolt και rise up