rebel
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rebel | rebels |
rebel (en)
- ο επαναστάτης/η επαναστάτρια, ο αντάρτης/η αντάρτισσα, πρόσωπο που μάχεται ενάντια στην κυβέρνηση της χώρας του
The rebels control seven of the country’s ten provinces.
- Οι επαναστάτες ελέγχουν τις εφτά από τις δέκα επαρχίες της χώρας.
a rebel government - κυβέρνηση ανταρτών
- ο επαναστάτης/η επαναστάτρια, ο αντάρτης/η αντάρτισσα, που είναι απείθαρχος και δεν θέλει να υπακούει σε κανόνες ή να ακολουθεί γενικά αποδεκτή συμπεριφορά, ντύσιμο κτλ.
The naughty boy doesn’t listen to anyone, he’s a complete rebel.
- Δεν ακούει κανέναν το παλιόπαιδο, σκέτος επαναστάτης.
The young man is a true rebel.
- Ο νεαρός είναι σωστός αντάρτης.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | rebel |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | rebels |
| αόριστος | rebelled |
| παθητική μετοχή | rebelled |
| ενεργητική μετοχή | rebelling |
- επαναστατώ, εξεγείρομαι
We rebelled against the tyrants.
- Επαναστατήσαμε κατά των τυράννων.
In 1821 the Greeks rebelled and gained their independence.
- Το 1821 οι Έλληνες επαναστάτησαν και απέκτησαν την ανεξαρτησία τους.
The rebelling people overthrew the tyrant.
- Ο επαναστατημένος λαός ανέτρεψε τον τύραννο.
The students rebelled against the dictatorship.
- Οι φοιτητές εξεγέρθηκαν κατά της δικτατορίας.
- ≈ συνώνυμα: revolt και rise up