rebuild
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | rebuild |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | rebuilds |
| αόριστος | rebuilt |
| παθητική μετοχή | rebuilt |
| ενεργητική μετοχή | rebuilding |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
rebuild (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) ανοικοδομώ, ξαναχτίζω
Most of the city was rebuilt within a few months after the earthquake.
- Το μεγαλύτερο τμήμα της πόλης ανοικοδομήθηκε μέσα σε λίγους μήνες μετά το σεισμό.
They rebuilt the castle which survives today.
- Ξανάκτισαν το κάστρο το οποίο διασώζεται μέχρι σήμερα.
- ≈ συνώνυμα: reconstruct