recession
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| recession | recessions |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]recession (en)
- (οικονομία) η ύφεση, περίοδος οικονομικής παρακμής αλλά η οποία είναι συνήθως λιγότερο σοβαρή από αυτή που χαρακτηρίζεται από το depression
The country is in a deep economic recession.
- Η χώρα βρίσκεται σε βαθιά οικονομική ύφεση.
- συγκρίνετε με το: depression