recline
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]ενεστώτας | recline |
γ΄ ενικό ενεστώτα | reclines |
αόριστος | reclined |
παθητική μετοχή | reclined |
ενεργητική μετοχή | reclining |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]Ρήμα
[επεξεργασία]recline (en)
- (μεταβατικό) ξαπλώνω κάτι, το πλαγιάζω προς τα πίσω
- (μεταβατικό) ακουμπάω κάτι σε θέση ανάπαυσης
- (αμετάβατο) γέρνω προς τα πίσω, ξαπλώνω
- (αμετάβατο) παίρνω θέση ανάπαυσης
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Πηγές
[επεξεργασία]- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 25. ISBN 9780194325684., λήμμα: ακουμπώ