recline

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

recline < λατινική reclinare

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

recline (en)

  1. (μεταβατικό) ξαπλώνω κάτι, το πλαγιάζω προς τα πίσω
  2. (μεταβατικό) ακουμπώ κάτι σε θέση ανάπαυσης
    She reclined her arms on the table and sighed.
  3. (αμετάβατο) γέρνω προς τα πίσω, ξαπλώνω
    Look this sofa, it reclines!
  4. (αμετάβατο) παίρνω θέση ανάπαυσης

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]