recrudescence

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
recrudescence recrudescences

recrudescence (fr) θηλυκό

  1. η υποτροπή, η επανεμφάνιση ή και επιδείνωση μιας ασθένειας μετά από μια περίοδο ύφεσης
  2. η απότομη και πιο βίαιη εμφάνιση
    συνώνυμα: accroissement, intensification

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]