rectangular

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

rectangular (en)

  1. ορθογώνιος, που έχει ορθογώνιο σχήμα
    • ορθοπαράλληλος, ορθοπαραλληλόγραμμος
  2. ορθογωνικός