recurring

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

recurring < recur + -ing

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

recurring (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος recur

Επίθετο[επεξεργασία]

recurring (en)

  1. επαναλαμβανόμενος
  2. (μαθηματικά) ο περιοδικός δεκαδικός αριθμός
     συνώνυμα: repeating
    δείτε επίσης: Repeating decimal στην αγγλική Βικιπαίδεια

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]