redeo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

redeo (la) redeō, rediī (σπάνιο redīvī), reditum, redīre

  1. επανέρχομαι, επιστρέφομαι
    • αποκαθίσταμαι
  2. προσέρχομαι
  3. περιέρχομαι

Πηγές[επεξεργασία]