redonebla
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- redonebla < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | redonebla | redoneblaj |
| αιτιατική | redoneblan | redoneblajn |
redonebla (eo)
- που μπορεί να επιστραφεί
- la biletoj ne estas redoneblaj - τα εισιτήρια δεν μπορούν να επιστραφούν