Μετάβαση στο περιεχόμενο

refine

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας refine
γ΄ ενικό ενεστώτα refines
αόριστος refined
παθητική μετοχή refined
ενεργητική μετοχή refining

refine (en)

  1. διυλίζω πετρέλαιο, λάδι, ζάχαρη κτλ, επεξεργάζομαι, ραφινάρω, καθαρίζω μια ουσία αφαιρώντας ξένες ουσίες
    παράδειγμα  They refine oil in specialized facilities.
    Διυλίζουν το πετρέλαιο σε ειδικές εγκαταστάσεις.
    παράδειγμα  The process of refining oil produces several useful chemicals.
    Η διαδικασία της διύλισης του πετρελαίου παράγει αρκετές χρήσιμες χημικές ουσίες.
    παράδειγμα  China has eight factories that refine the ore.
    Η Κίνα διαθέτει οκτώ εργοστάσια που επεξεργάζονται το μετάλλευμα.
    παράδειγμα  They refine the oil to remove unwanted odors and flavors.
    Ραφινάρουν το λάδι για να το καθαρίσουν από ανεπιθύμητες οσμές και γεύσεις.
  2. βελτιώνω κάτι με μικρές αλλαγές, εξευγενίζω, ραφινάρω
    παράδειγμα  She has refined her playing technique over the years.
    Έχει βελτιώσει την τεχνική της στο παίξιμο με τα χρόνια.
    παράδειγμα  This theory still needs a little refining.
    Αυτή η θεωρία χρειάζεται ακόμα λίγη βελτίωση.
    παράδειγμα  He tried to refine the tone of the text.
    Προσπάθησε να εξευγενίσει το ύφος του κειμένου.
    παράδειγμα  The director helped him refine his style and performance.
    Ο σκηνοθέτης τον βοήθησε να ραφινάρει το στιλ και την ερμηνεία του.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]