refine
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | refine |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | refines |
| αόριστος | refined |
| παθητική μετοχή | refined |
| ενεργητική μετοχή | refining |
refine (en)
- διυλίζω πετρέλαιο, λάδι, ζάχαρη κτλ, επεξεργάζομαι, ραφινάρω, καθαρίζω μια ουσία αφαιρώντας ξένες ουσίες
They refine oil in specialized facilities.
- Διυλίζουν το πετρέλαιο σε ειδικές εγκαταστάσεις.
The process of refining oil produces several useful chemicals.
- Η διαδικασία της διύλισης του πετρελαίου παράγει αρκετές χρήσιμες χημικές ουσίες.
China has eight factories that refine the ore.
- Η Κίνα διαθέτει οκτώ εργοστάσια που επεξεργάζονται το μετάλλευμα.
They refine the oil to remove unwanted odors and flavors.
- Ραφινάρουν το λάδι για να το καθαρίσουν από ανεπιθύμητες οσμές και γεύσεις.
- βελτιώνω κάτι με μικρές αλλαγές, εξευγενίζω, ραφινάρω
She has refined her playing technique over the years.
- Έχει βελτιώσει την τεχνική της στο παίξιμο με τα χρόνια.
This theory still needs a little refining.
- Αυτή η θεωρία χρειάζεται ακόμα λίγη βελτίωση.
He tried to refine the tone of the text.
- Προσπάθησε να εξευγενίσει το ύφος του κειμένου.
The director helped him refine his style and performance.
- Ο σκηνοθέτης τον βοήθησε να ραφινάρει το στιλ και την ερμηνεία του.