refined
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | refined |
| συγκριτικός | more refined |
| υπερθετικός | most refined |
refined (en)
- ραφιναρισμένος, ραφινάτος, ραφινέ, για ουσία
refined sugar - ραφιναρισμένη ζάχαρη
refined grains - ραφινάτα δημητριακά
refined flour - ραφινάτο αλεύρι
- ραφιναρισμένος, ραφινάτος, ραφινέ, εξευγενισμένος, εκλεπτυσμένος, για ανθρώπους και τη συμπεριφορά ή τα γούστα τους
His taste is very refined.
- Το γούστο του είναι πολύ ραφιναρισμένο.
He’s a refined type of guy.
- Είναι ραφινάτος τύπος.
refined manners - εξευγενισμένοι/εκλεπτυσμένοι τρόποι- ≈ συνώνυμα: civilized, cultivated, cultured, polished και sophisticated, → και δείτε τη λέξη polite
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]refined (en)