regatta
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| regatta | regattas |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]regatta (en)
- η λεμβοδρομία
The lake is suitable for regattas.
- Η λίμνη είναι κατάλληλη για λεμβοδρομίες.
| ενικός | πληθυντικός |
| regatta | regattas |
regatta (en)