Μετάβαση στο περιεχόμενο

regatta

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
regatta regattas

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

regatta (en)

  • η λεμβοδρομία
    παράδειγμα  The lake is suitable for regattas.
    Η λίμνη είναι κατάλληλη για λεμβοδρομίες.