Μετάβαση στο περιεχόμενο

registration

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
registration registrations

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

registration (en)

  1. η εγγραφή
    παράδειγμα  registration fee - δικαίωμα εγγραφής
  2. η καταχώρηση

Συγγενικά

[επεξεργασία]