Μετάβαση στο περιεχόμενο

regular

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός regular
συγκριτικός more regular
υπερθετικός most regular

regular (en)

  1. τακτικός, κανονικός, που επαναλαμβάνει, ειδικά με τον ίδιο χρόνο ή χώρο ανάμεσα σε κάθε πράγμα και στο επόμενο
    παράδειγμα  a regular bus service - τακτική συγκοινωνία με λεωφορείο
    παράδειγμα  at regular intervals - σε τακτικά/κανονικά διαστήματα
    παράδειγμα  a regular pulse - κανονικός σφυγμός
    παράδειγμα  There are two regular flights a week.
    Υπάρχουν δυο τακτικές πτήσεις την εβδομάδα.
  2. τακτικός, που γίνεται ή συμβαίνει συχνά
    παράδειγμα  He makes regular visits to him.
    Του κάνει τακτικές επισκέψεις.
    παράδειγμα  I have regular correspondence with my brother.
    Με τον αδελφό μου έχω τακτική αλληλογραφία.
  3. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) τακτικός, για άτομα που κάνουν το ίδιο πράγμα ή πηγαίνουν συχνά στο ίδιο μέρος
    παράδειγμα  a regular listener of the show - τακτικός ακροατής της εκπομπής
    παράδειγμα  a regular customer of the store - τακτικός πελάτης του καταστήματος
    παράδειγμα  He is a regular visitor.
    Είναι τακτικός επισκέπτης.
  4. (γραμματική) ομαλός, για ρήματα και ουσιαστικά που αλλάζουν τη μορφή τους με τον ίδιο τρόπο όπως τα περισσότερα άλλα ρήματα και ουσιαστικά
    παράδειγμα  regular verbs - ομαλά ρήματα
  5. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) συνήθης, ομαλός, κανονικός, το συνηθισμένο
    παράδειγμα  regular size - σύνηθες μέγεθος
    παράδειγμα  under regular conditions - κάτω από ομαλές/κανονικές συνθήκες
    παράδειγμα  regular sizes - κανονικά νούμερα
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη common
  6. (μόνο πριν από το ουσιαστικό, ειδικά αμερικανικά αγγλικά) συνηθισμένος, κανονικός, χωρίς ιδιαίτερες ή επιπλέον χαρακτηριστικές
    παράδειγμα  a regular house (nothing exceptional) - ένα συνηθισμένο σπίτι (τίποτε το εξαιρετικό)
    παράδειγμα  a regular method of treatment - συνηθισμένη μέθοδος θεραπείας
    παράδειγμα  in the regular way - με τον κανονικό τρόπο
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη normal
  7. συμμετρικός, κανονικός, που τον χαρακτηρίζει η συμμετρία
    παράδειγμα  regular features/teeth - συμμετρικά/κανονικά χαρακτηριστικά/δόντια
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη symmetrical
  8. τακτικός, κανονικός, που διαρκεί ή συμβαίνει για μεγάλο χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  the regular staff - το τακτικό προσωπικό
    παράδειγμα  I have regular employment.
    Έχω τακτική/κανονική δουλειά.
  9. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) τακτικός, που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις ή στην αστυνομία μιας χώρας
    παράδειγμα  regular soldiers - τακτικοί στρατιώτες
  10. (ανεπίσημο) τέλειος, σωστός, χρησιμοποιείται για έμφαση για να δείξει ότι κάποιος ή κάτι είναι παράδειγμα
    παράδειγμα  He is a regular rascal.
    Είναι τέλειος παλιάνθρωπος.
    παράδειγμα  He is a regular hero.
    Είναι σωστός ήρωας.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη total

Σύνθετα

[επεξεργασία]