regulator
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| regulator | regulators |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]regulator (en)
- ο ρυθμιστής, η ρυθμιστική αρχή, αυτός που ρυθμίζει, ελέγχει και επιβάλλει την εκτέλεση κάποιων ενεργειών και δραστηριοτήτων σύμφωνα με ορισμένους κανόνες, ρυθμούς
a regulator role in banking data - ρόλο ρυθμιστή στα τραπεζικά δεδομένα
a European regulator - Ευρωπαϊκή ρυθμιστική αρχή
- ο ρυθμιστής, συσκευή που ελέγχει κάτι όπως ταχύτητα, θερμοκρασία ή πίεση
fuel pressure regulators - ρυθμιστές πίεσης καυσίμου