Μετάβαση στο περιεχόμενο

relaxant

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό relaxant relaxants
θηλυκό relaxante relaxantes

relaxant (fr)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
relaxant relaxants

relaxant (fr) αρσενικό